ΑθλητισμόςΠεριβάλλονΠολιτισμός

«Κουφάλες μου τη στήσατε…» Ολυμπιακοί Αγώνες και ντόπινγκ

Ο εντυπωσιακός τρόπος με τον οποίο έπεσε η αυλαία των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας (αν και η τελετή λήξης φλέρταρε με το kitsch), δεν σκέπασε και πολύ περισσότερο δεν  γιάτρεψε τις πληγές που άνοιξαν και φυλλοροούν.

Ο ελληνικός λαός θα κληθεί να σηκώσει στις πλάτες του το τεράστιο οικονομικό κόστος των αγώνων, το οποίο θα αποτελέσει και κυβερνητικό πρόσχημα για να χειροτερέψει την ήδη κακή οικονομική κατάσταση των εργαζομένων. Οι οικονομολόγοι, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη τα επίσημα αναλυτικά οικονομικά στοιχεία, εκφράζουν τη βεβαιότητα τους  για την πρόκληση δημοσιονομικών προβλημάτων, που θα αφήσουν ισχυρό αρνητικό αποτύπωμα συνολικά στην οικονομία της χώρας.

Δεκάδες εργάτες άφησαν πρόωρα την τελευταία τους πνοή ή σακατεύτηκαν στα ολυμπιακά έργα λόγω της εντατικοποίσησης της δουλειάς και της έλλειψης μέτρων ασφαλείας. Το εργασιακό καθεστώς ανατράπηκε εις βάρος των εργαζομένων και όπως υποστήριξε η περιώνυμη κυρία των αγώνων Γιάννα Αγγελοπούλου αυτή η ανατροπή πρέπει να είναι παραδειγματική δηλ. να μονιμοποιηθεί.

Ο οργανισμός Ολυμπιακής περιουσίας έχει έτοιμα τα σχέδια του για να παραχωρηθούν οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις στο μεγάλο κεφάλαιο προς οικονομική εκμετάλλευση. Η ηλεκτρονική παρακολούθηση των πολιτών θα συνεχιστεί και το πρόβλημα του ντόπινγκ πού αναδείχτηκε  με δραματικό τρόπο, έχει πάρει πλέον διαστάσεις μάστιγας και στη χώρα μας.

‘Όσο και αν, όχι μόνο η κυβέρνηση αλλά γενικότερα το διπολικό αστικοδημοκρατικό πολιτικό σύστημα, προσπαθεί με την αμέριστη συνδρομή των δικών τους Μ.Μ.Ε. να εμφανίσει  τους Ολυμπιακούς αγώνες  σαν μία εθνική υπόθεση και να πείσει για «τα μεγάλα οφέλη» που θα αποκομίσουμε σαν έθνος, είναι φανερό & με το πέρασμα του χρόνου θα γίνεται ακόμη πιο φανερό ότι οι αγώνες ήταν μια υπόθεση μόνο του μεγάλου Ελληνικού κεφαλαίου, που εξέφρασε σε ένα πεδίο μεγάλης κοινωνικής και πολιτικής σημασίας, τον αθλητισμό, το νέο δόγμα του περί «ισχυρής Ελλάδας» κι εξυπηρετεί τη στρατηγική του για άνοιγμα νέων επενδυτικών δρόμων στις διεθνείς αγορές.

Με το χρόνο, όσο θα ξεφτίζει η αίγλη του θεάματος που προσφέρθηκε σε ένα λαό που δεν έχει & πολλές ευκαιρίες να περάσει καλά και να ξεφύγει από την καθημερινότητα του, αλλά και την ανάγκη να τονώσει την εθνική του περηφάνια  η απολίτικη αφελής άποψη «ήταν πολύ ωραία», «περάσαμε καλά», «έγινε γνωστή η πατρίδα μας σε όλο τον κόσμο», «αποδείξαμε ότι μπορούμε να διοργανώνουμε μεγάλες εκδηλώσεις» & διάφορα τέτοια με κορυφαία τα άκρως χαζά «έχουμε το γονίδιο του νικητή μέσα μας» και «ο θεός είναι Έλληνας» θα υποχωρεί κάτω από το βάρος των προβλημάτων που άφησαν στις πλάτες του οι αγώνες.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας να συγκαλυφθεί η πραγματικότητα για τους Ολυμπιακούς αγώνες , εντάσσεται και η προσπάθεια να συγκαλυφθούν τα πραγματικά αίτια του ντόπινγκ και  να εμφανιστεί σαν μία εγγενής παραβατικότητα του αθλητισμού, περιορισμένης σημασίας για την κοινωνία, που βέβαια θα αντιμετωπιστεί με νομοθετικά κατασταλτικά μέτρα, από μία κυβέρνηση αποφασισμένη να το πατάξει.

Ο υπουργός αθλητισμού της σημερινής κυβέρνησης Γιώργος Ορφανός, λέει ένα μεγάλο ηθελημένο ψέμα, ότι δηλ. «το ντόπινγκ είναι ένα πρόβλημα που απασχολεί μόνο τους πρωταθλητές», προφανώς για να περιορίσει τη σημασία του προβλήματος, να προλάβει τη λαϊκή κατακραυγή και αντίδραση αλλά και για να προετοιμάσει την Ελληνική κοινωνία να δεχτεί τη διεύρυνση του πλαισίου δεοντολογίας του αθλητισμού πέρα από το αρχαίο ελληνικό «εύ αγωνίζεσθαι», το οποίο είναι αποδεκτό από το σύνολο των παγκόσμιων αθλητικών ομοσπονδιών & από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή και του οποίου η μεν θεμελιώδης ηθική αρχή είναι «ο αθλητής να επιδιώκει τη νίκη χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τις δικές του φυσικές ικανότητες» η δε θεμελιώδης λειτουργική αρχή είναι «η θέσπιση αναγνωρισμένων κανόνων συμπεριφοράς που αποκλείουν τη χρήση αθέμιτων μέσων για την επιδίωξη της νίκης».

Το ντόπινγκ αφορά συνολικά στην κοινωνία & ιδιαίτερα στην, με κάθε τρόπο και σε κάθε επίπεδο, αθλούμενη νεολαία για τρείς καταφανείς λόγους: Πρώτον οι πρωταθλητές είναι μικρό μέρος της κοινωνίας που δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους, δεύτερον οι πρωταθλητές αποτελούν ισχυρά κοινωνικά στερεότυπα – πρότυπα για τη νεολαία η οποία προσπαθεί να τους μοιάσει & τρίτον το εμποροβιομηχανικό κύκλωμα διακίνησης ειδικών παρασκευασμάτων για τη βελτίωση της αθλητικής απόδοσης, που έχει στηθεί εδώ και μερικές δεκαετίες έχει απλώσει παντού τα πλοκάμια του, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη και σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του αθλητισμού, που είναι ο  επαγγελματικός, ο ημιεπαγγελματικός και ο κρυφοεπαγγελματικός αθλητισμός (που διαστρωματώνονται στα διάφορα επίπεδα πρωταθλητισμού), ο ερασιτεχνικός αθλητισμός και ο ψυχαγωγικός, διαπλαστικός  αθλητισμός (αθλητισμός της σχόλης).

Η προσπάθεια διεύρυνσης του πλαισίου δεοντολογίας του αθλητισμού έχει πατρίδα τις Η.Π.Α., αποτελεί στη σύγχρονη εποχή την αιχμή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στο πεδίο του αθλητισμού  και συνοψίζεται στην «ελευθερία του αθλητή που έχει μοναδικό  στόχο τη νίκη, να μπορεί να διαμορφώνει τις δικές τους ηθικές αρχές που δεν θα αποκλείουν τη χρήση αθέμιτων μέσων για την επίτευξη του στόχου του».

Αυτή η προσπάθεια διεύρυνσης του πλαισίου δεοντολογίας του αθλητισμού συμπίπτει χρονικά με την ανάδειξη της μεγάλης κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής σημασίας του αθλητισμού (τη δεκαετία του 70 που η κοινωνιολογία στράφηκε στη μελέτη και ανάλυση κοινωνικών φαινομένων μεταξύ των  οποίων και ο αθλητισμός, που μέχρι τότε λόγω της επικρατούσας φιλοσοφικής αντίληψης του δυϊσμού πνεύμα – ύλη, τα περιφρονούσε σαν υποδεέστερα) και εντείνεται λίγο αργότερα τη δεκαετία του 80 παράλληλα με την επένδυση μεγάλων κεφαλαίων και τη συνεπαγόμενη επέκταση της κεφαλαιακής – εμπορευματικής σχέσης σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και στον αθλητισμό, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται σήμερα ένα από τα πλέον προνομιακά πεδία επιχειρηματικής δράσης και να αποτελεί ένα γιγαντιαίο εμποροβιομηχανικό κύκλωμα, που λειτουργεί ολιγοπωλιακά σαν καρτέλ.

Η αλήθεια είναι ότι τις διαστάσεις μάστιγας στο ντόπινγκ δεν τις προσδίδει μία εγγενής, εωσφορική  παραβατικότητα ή ματαιοδοξία των αθλητών, οι οποίοι έτσι ή αλλιώς μέσα σε έναν κόσμο ανασφαλή και ανταγωνιστικό είναι ευάλωτοι και τελικά περισσότερο θύματα παρά θύτες (χωρίς αυτό να απαλείφει καθόλου τη δική τους ηθική ευθύνη απέναντι στην κοινωνία), αλλά πρώτον τα τεράστια πρωτογενή παράνομα οικονομικά οφέλη που έχει το γιγαντιαίο διεθνές καρτέλ παραγωγής και διακίνησης των ουσιών ντόπινγκ και τα δευτερογενή, έμμεσα επίσης τεράστια οικονομικά οφέλη που έχουν οι μεγάλες εμποροβιομηχανικές εταιρείες – χορηγοί των αγώνων, που μέσω των αγώνων και των αθλητών προωθούν στην αγορά τα προϊόντα τους και δεύτερον τα μεγάλα πολιτικά συμφέροντα που εξυπηρετούνται μέσα από τον αθλητισμό, τόσο με την επιβεβαίωση της κυριαρχίας σε ένα μεγάλης σημασίας κοινωνικό πεδίο, όσο και με την προώθηση μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας μέσα στις κοινωνίες των ανθρώπων.

Όποιος είδε και άκουσε την αντίδραση του  γνωστού τηλεπαρουσιαστή Νίκου Χατζηνικολάου, όταν καλεσμένος του «έδειξε με το δάκτυλό του» σαν υπεύθυνες για το ντόπινγκ  τις μεγάλες εταιρείες-χορηγούς σίγουρα εξεπλάγην.

Ο κ. Χατζηνικολάου με αυτό το γνωστό υφάκι του θεματοφύλακα της ηθικής, την ήπια, απόλυτα ελεγχόμενη υποκριτική οργή και την περιφερειακή κίνηση του ξερού βλέμματος του, με τα οποία δείχνει να θέλει να μας μαντρώσει όλους μέσα στο  δικό του ιδεολογικό πλαίσιο, κάθε φορά που θέτει τα ζητήματα, αναφώνησε αγανακτισμένος «Έεεε! Όχι τώρα φταίνε για το ντόπινγκ και οι χορηγοί!». Επιχειρηματολόγησε μάλιστα υπέρ της adidas, της coca-cola, της sumsung και των άλλων πολυεθνικών χορηγών λέγοντας θριαμβευτικά ότι αντίθετα μάλιστα αποκαθηλώνουν τους ντοπέ πρωταθλητές και ολυμπιονίκες κατεβάζοντας τις γιγαντοαφίσσες τους!

Δεν γνωρίζει τάχα ο κ. Χατζηνικολάου ότι ντοπέ πρωταθλητής ή ολυμπιονίκης ουκ έστιν πρωταθλητής ή ολυμπιονίκης τυπικά αλλά και ουσιαστικά στη συνείδηση του κόσμου, συνεπώς δεν λειτουργεί στην αγορά ως προωθητής προϊόντων.

Δεν γνωρίζει τάχα ο κ. Χατζηνικολάου ότι όταν αποδίδουμε την κύρια ευθύνη στις εταιρείες-χορηγούς, για την εγκληματική ενέργεια κατά φυσικών προσώπων (των αθλητών) και κατά της κοινωνίας, δεν εννοούμε βέβαια ότι έχουν φυσική αυτουργία, ότι δηλ. ο ίδιος ο διευθυντής της εταιρείας  ιδιοχείρως  μπήγει την ένεση στο κορμί του αθλητή ή τον χαπακώνει.

Ο κ. Χατζηνικολάου επειδή δεν είναι κανένας χαζός, γνωρίζει πολύ καλά ότι εννοούμε την ηθική αυτουργία. Οι εταιρείες χορηγοί προσφέρουν μυθικά ποσά για ένα παγκόσμιο ρεκόρ ή μία ολυμπιακή νίκη, γιατί όταν αυτά τα πετυχαίνει «δικός τους» αθλητής  το εκμεταλλεύονται με κάθε τρόπο μέσα από τη διαφήμιση για να προωθήσουν στην αγορά τα προϊόντα τους, να πετύχουν μαζικές πωλήσεις και να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Ο κάθε κ. Χατζηνικολάου γνωρίζει επιπλέον πολύ καλά ότι για κάθε μεγάλο αθλητή το ντόπινγκ είναι πλέον σχεδόν μονόδρομος για την πρωτιά και ο κάθε μεγάλος αθλητής καλείται να αποφασίσει αν θα ντοπαριστεί, όχι ελεύθερα, αλλά κάτω από μία ασφυκτική πίεση.

Πρώτα απ’ όλα κάτω από την ασφυκτική πίεση της απόλυτα φυσιολογικής,  της απόλυτα ανθρώπινης ανάγκης και  θέλησης του να εξασφαλιστεί ο ίδιος και η οικογένεια του, μέσα σε έναν κόσμο ανασφαλή, αλλά και κάτω από την ανθρώπινη αδυναμία στον πλούτο ειδικότερα στη σύγχρονη εποχή θεοποίησης της υπερκατανάλωσης υλικών αγαθών, κάτω από τις σειρήνες της δόξας, κάτω από τις επιταγές  ενός γιγαντιαίου εμπορικού κυκλώματος που έχει το σώμα του στις Η.Π.Α. κι  έχει απλώσει απειλητικά τα πλοκάμια του σε όλον τον κόσμο.

Στην Ελλάδα, βρίσκει, όχι τυχαία, ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος, γιατί η υπεροχή σε ένα πεδίο όπως αυτό του αθλητισμού, που έχει αποκτήσει μεγάλη κοινωνική και πολιτική σημασία, υπηρετεί το δόγμα της κυρίαρχης ιδεολογίας της «ισχυρής Ελλάδας», ενισχύει αυτό το νέο ιδεολογικοπολιτικό δόγμα του Ελληνικού μεγάλου κεφαλαίου, που θέλει να ανοίξει νέους επενδυτικούς δρόμους και να εδραιωθεί στις διεθνείς αγορές και ειδικότερα να αναβαθμίσει το ρόλο του στο τόξο Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή, Καύκασος.

Το κοινό αίσθημα ότι όλοι, πολιτική και αθλητική ηγεσία και οι μεγαλο-δημοσιογράφοι  γνώριζαν από καιρό την αλήθεια για το ντόπινγκ στην χώρα μας δεν διαμορφώθηκε αυθαίρετα. Η επίσημη πρόταση του φυσικού αυτουργού προς την κυβέρνηση με τον  κωδικό «Κόροιβος» και η ιστορική φράση του  της ντροπής «Κουφάλες μου τη στήσατε…» καταδεικνύουν με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι ήξεραν.

Επαίρεται αντί να ντρέπεται η πολιτική ηγεσία του αθλητισμού της προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που αφού έμαθε κι επίσημα τη δράση ελληνικού κυκλώματος διακίνησης ουσιών ντόπινγκ, απλώς απέρριψε τη μεγάλη κι επίσημη χρηματοδότηση του σχεδίου «Κόροιβος», αντί να τους αποκαλύψει και να τους παραδώσει στην ελληνική κοινωνία και τη δικαιοσύνη, νίπτοντας τας χείρας σαν νέος Πόντιος Πιλάτος, αφήνοντας τους στην πραγματικότητα όχι μόνον πεδίον δόξης λαμπρό, αλλά δίνοντας τους και μία επιχορήγηση της τάξης των 500 εκ. από την πίσω πόρτα, εντελώς παράτυπα!

Πάτρα 1 Νοέμβρη 2004

Τάκης Πετρόπουλος

_________________________________________________________

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Δημοτικής Παράταξης «Πάτρα Μπροστά»  το 2004 λίγο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.

[modula id=”782″]