Αθλητισμός

Η καταστροφική αλλοτρίωση του αθλητισμού και η πραγμοποίηση του αθλητή

Η τεράστια εξάπλωση του αθλητισμού κατά την νεώτερη  περίοδο της ιστορίας & πιο συγκεκριμένα από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα μέχρι σήμερα, αρχικά στη Δυτική Ευρώπη, λίγο αργότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη & την Αμερική & τελικά σε όλον τον κόσμο, δεν μπορεί να προσεγγιστεί σαν κοινωνικό φαινόμενο, να ερευνηθεί, μελετηθεί & ερμηνευτεί παρά μόνο μέσα στο ευρύτερο ιστορικό & κοινωνιολογικό πλαίσιο του ελεύθερου χρόνου & της σχόλης.

Η έναρξη της σχηματοποίησης του ως διακριτού στοιχείου από τις άμεσα εργασιακές, οικογενειακές, θρησκευτικές & κοινωνικές υποχρεώσεις του κοινωνικού χρόνου, εντοπίζεται την προβιομηχανική περίοδο της μανιφακτούρας με μια κάποια χρονική διαφορά για κάθε μία από τις αναπτυσσόμενες κοινωνικές τάξεις της επερχόμενης αστικής κοινωνίας, που έφερνε μέσα της  απομεινάρια της απερχόμενης ξεπεσμένης και θλιβερής φεουδαρχικής αριστοκρατίας.

Το status του αθλητισμού μέσα στην ολότητα του κοινωνικού χρόνου αυξήθηκε στη σύγχρονη εποχή τόσο που ο ριζοσπάστης Γάλλος κοινωνιολόγος, ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Jean-Marie Brohm καθηγητής του Πανεπιστημίου του Montpellier  για να το περιγράψει μετέρχεται της υπερβολής ότι «… ο αθλητισμός έχει γίνει κυρίαρχος τομέας της κοινωνικής ζωής, που επηρεάζει σταδιακά τη συνείδηση όλων των στρωμάτων του πληθυσμού» (1). Φυσικά κυρίαρχος τομέας της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων δεν μπορεί παρά να είναι η εργασία, αδιαμφισβήτητα όμως ο αθλητισμός έχει το ισχυρότερο status  μετά την εργασία, ή σε κάθε περίπτωση ένα από τα ισχυρότερα και οπωσδήποτε ασκεί ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή στη συνείδηση όλων των κοινωνικών τάξεων της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.

Ο αθλητισμός μέσα από το διαχρονικό βασικό δομικό κύτταρο του, που είναι το αθλητικό σωματείο & την κορυφαία λειτουργία του, που είναι ο αθλητικός αγώνας, συνιστά σταθερά την κυριότερη μορφή τυπικής & οργανωμένης εθελοντικής συσσωμάτωσης, σε όλο τον πλανήτη, εξελισσόμενης μάλιστα ραγδαία από την εποχή της βιομηχανικής Βικτωριανής Αγγλίας μέχρι σήμερα, έτσι ώστε  να ανταποκρίνεται κάθε φορά στις νέες κοινωνικές ανάγκες που γεννούσε η ανάπτυξη του καπιταλισμού.

Ιστορικά πρώτα οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις που ήσαν η φθίνουσα φεουδαρχική αριστοκρατία και η νεοεμφανισθείσα δυναμική αστική τάξη, μετά τα ανερχόμενα μεσαία κοινωνικά στρώματα και τελευταία η εργατική τάξη συσσωματώθηκαν & διασταυρώθηκαν στο αθλητικό γίγνεσθαι από τη μια, ενώ  από την άλλη αυτό πραγματώθηκε όχι μόνο διατηρώντας & αναπαράγοντας αυστηρά την ταξική κοινωνική διάρθρωση & τους ταξικούς φραγμούς, αλλά & εδραιώνοντας την  αστική κυριαρχία.

Διάφορα οργανωτικά η λειτουργικά χαρακτηριστικά του αθλητισμού από τη Βικτωριανή εποχή μέχρι σήμερα είτε απέκλειαν εντελώς την εργατική τάξη & τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα είτε έθεταν διακριτά όρια   στη συμμετοχή τους.

Σήμερα για παράδειγμα το οικονομικό φράγμα του ακριβού & διαβαθμισμένου εισιτηρίου των αγώνων υψηλού επιπέδου επιβάλλει τον αποκλεισμό της εργατικής οικογένειας ή  τη σαφή οριοθέτηση του χώρου παρακολούθησης των αγώνων (εξέδρα) με αυστηρά κοινωνικά κριτήρια, που έφτασε μάλιστα στην καθιέρωση του ρωμαϊκού τύπου εξημμένου κιτς, της πολυτελούς σουΐτας, από την οποία η αστική τάξη παρακολουθεί τους αγώνες ποδοσφαίρου καθήμενη αναπαυτικά, τρώγοντας & πίνοντας, χωρίς να συγχρωτίζεται με τα λαϊκά στρώματα.

Στη μακρόχρονη Βικτωριανή περίοδο της δωδεκάωρης το λιγότερο σκληρής χειρονακτικής εργασίας, η εργατική τάξη δεν είχε στη διάθεση της ούτε τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο, ούτε περίσσευμα φυσικών και σωματικών δυνάμεων και ενέργειας ούτε τα οικονομικά μέσα για να ασχοληθεί με τον αθλητισμό που ήταν ερασιτεχνικός. Το αποτέλεσμα ήταν οι ίσες ευκαιρίες για όλες τις κοινωνικές τάξεις που διακήρυττε το αστικό κοινοβουλευτικό καθεστώς κάτω από την ιδεολογικοπολιτική επιρροή  του διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, σε αντιδιαστολή με την απολυταρχία, να είναι μόνο θεωρητικές και στον αθλητισμό, όπως και σε κάθε άλλη όψη της κοινωνικής ζωής.

Όλοι ανεξαίρετα οι πρόεδροι της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής από τον Έλληνα Δημήτρη Βικέλα και τον Γάλλο Pierre De Coubertin μέχρι τον Ισπανό Juan Antonio Samaranch και το Βέλγο Jacgues Rogge ανήκουν  στην κυρίαρχη Ευρωπαϊκή αστική τάξη. Θα μπορούσε κανείς να παραθέσει αμέτρητους παρόμοιους ταξικούς φραγμούς από κάθε περίοδο της νεώτερης & σύγχρονης ιστορίας του αθλητισμού.

Το 16ο αι. συντελείται, καθόλου τυχαία στην Αγγλία πρώτα, η «αθλητικοποίηση» των παραδοσιακών Μεσαιωνικών σωματικών ψυχαγωγικών παιγνιδιών, η μεταβολή τους δηλ. σε αθλήματα. Τα ψυχαγωγικά σωματικά παιγνίδια διακανονίζονται (αποκτούν κανόνες διεξαγωγής) προς την κατεύθυνση της μείωσης της βίας & των κινδύνων τραυματισμού των εμπλεκομένων με κάθε τρόπο και αφ’ ετέρου της εξασφάλισης ίσων ή έστω όσο γίνεται πιο ισότιμων ευκαιριών για επικράτηση.

Από την Αγγλία η «αθλητικοποίηση» εξαπλώνεται ταχύτατα προς την υπόλοιπη Ευρώπη, την Αμερική και τις αποικίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, Αυστραλία, Ινδία, Πακιστάν, Νότια Αφρική, αφομοιώνοντας τα ιδιαίτερα εθνικά-φυλετικά κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά τους.

Το σωματικό παιγνίδι μέχρι το Μεσαίωνα είχε υπόβαθρο την εγγενή ορμέμφυτη τάση του Homo Lundens (2) για παιγνιώδη άμιλλα, μέσα από την οποία ο άνθρωπος ικανοποιούσε τις πρωτογενείς του ανάγκες της εδραίωσης των κινητικών στερεοτύπων και της κινητικής οντογένεσης, την ενίσχυση του βιολογικού του υπόβαθρου και της υγείας του και της έκκρισης ενδορφίνης και σεροτονίνης ορμονών  υπεύθυνων για την ανακούφιση από το σωματικό πόνο, την ευεξία και το αίσθημα της ευτυχίας.

Η «αθλητικοποίηση» του ψυχαγωγικού σωματικού παιγνιδιού επιτάχυνε ραγδαία την αυτονόμηση του από την ορμέμφυτη ανάγκη και. οι άνθρωποι παίζουν πλέον όχι μόνο για την ικανοποίηση των πρωτογενών αναγκών τους αλλά και για την ικανοποίηση νέων αναγκών που δημιούργησε η οικονομική και κοινωνική εξέλιξη ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός.

Η εξέλιξη των πιο ταλαντούχων νέων αθλητών και η προετοιμασία των  αθλητών υψηλού επιπέδου, απαιτούσε όλο και αυστηρότερη  συστηματοποίηση και περισσότερο χρόνο, συνθήκη που υπαγορευόταν από την αυξανόμενη, ορθολογιστική και συστηματοποιημένη εμπειρική αρχικά κι επιστημονική γνώση αργότερα.

Η διαδικασία αυτή κυοφόρησε τον επαγγελματικό αθλητισμό τα σπέρματα του οποίου αναγνωρίζονται στα τέλη του 19ου αι. στο Αγγλικό ποδόσφαιρο. Οι αθλητές απασχολούνται πέρα από τον ελεύθερο χρόνο τους λόγω της δραστικής αύξησης της προπόνησης, κάνουν πολύ συχνά μεγάλα ταξίδια λόγω του εθνικού χαρακτήρα των πρωταθλημάτων  και πρέπει να είναι σωματικά και ψυχικά ξεκούραστοι για να αποδώσουν στην προπόνηση και τον αγώνα.

Ο Τεηλορισμός που αποσκοπεί στη βελτίωση της παραγωγικότητας και εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αι. στην ανερχόμενη οικονομικά Αμερική βρίσκει λαμπρό πεδίο εφαρμογής στον αθλητισμό αποσκοπώντας στη βελτίωση της αποδοτικότητας των αθλητών, στο πλαίσιο μιας αυξανόμενης και οξυνόμενης ανταγωνιστικότητας των αθλητικών συλλόγων.

Μια σειρά παράγοντες διευκολύνουν και επηρεάζουν  δραστικά την αύξηση της θεαματικότητας των αθλητικών αγώνων και ειδικότερα του ποδοσφαίρου. Είναι τα νέα γήπεδα με κερκίδες που παρέχουν αστικές ανέσεις στους θεατές, η μηχανική βελτίωση των υλικοτεχνικών αθλητικών εξοπλισμών που εξασφαλίζει η αναπτυσσόμενη με γοργούς ρυθμούς η παγκόσμια αθλητική βιομηχανία, η κινητική εξέλιξη των αθλημάτων με την ανάπτυξη νέων κινητικών στερεότυπων που παρέχει θέαμα υψηλής αισθητικής, που δεν απαιτεί εξειδικευμένη παιδεία για να την αισθανθεί ο θεατής  και τέλος το γεγονός ότι ο αθλητισμός είναι η κατ’ εξοχήν μιμητική δραστηριότητα του ανθρώπου που προκαλεί έντονα συναισθήματα γιατί προσομοιώνει την καθολική (in toto) σωματική, φυσική, πνευματική και ψυχική σύγκρουση των ανθρώπινων όντων.

Ο Αθλητισμός προσαρμόζεται στο διαρκώς μεταβαλλόμενο πολιτισμικό αστικό τοπίο για να ικανοποιήσει τις αυξανόμενες ανάγκες της κοινωνίας, εξελίσσεται μαζί του σπάζοντας τα όρια μιας δυναμικής όψης της αστικής κοινωνικότητας, της δραστηριότητας του ελεύθερου χρόνου και της σχόλης, μεταλλασσόμενος σε οργανικό στοιχείο του τριτογενούς τομέα της  νέας δυναμικής καπιταλιστικής οικονομίας.

Αναπόφευκτα επεκτείνεται και πραγματώνεται  στον επαγγελματικό αθλητισμό η μετάλλαξη της αξίας χρήσης σε ανταλλακτική αξία κι έτσι ο αθλητισμός παράγει μεταβλητή πρόσοδο και υποτάσσεται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς, της προσφοράς και της ζήτησης, της ανταγωνιστικότητας κ.ο.κ., αποκτώντας εμπορευματικό χαρακτήρα.

Επιπρόσθετα  ο αθλητισμός λόγω της υψηλής δημοφιλίας του, παράγει και σημαντικά παράπλευρα μη άμεσα οικονομικά οφέλη στους επενδυτές του, κοινωνική καταξίωση, αναγνώριση και δύναμη,  πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων κ.ο.κ.

Ταυτόχρονα σε ιδεολογικό – πολιτικό επίπεδο εξελίσσεται σε κύριο δομικό στοιχείο της αλλοτριωμένης και αλλοτριωτικής βιομηχανοποιημένης μαζικής λαϊκής κουλτούρας, που αποσκοπεί στην εδραίωση της κυρίαρχης ιδεολογίας και στη χειραγώγηση των συνειδήσεων των εργαζομένων και κυρίως της νεολαίας.

Αυτές οι ρηξικέλευθες εξωτερικές αλλαγές επηρεάζουν βαθιά, σαρωτικά το εσωτερικό του επαγγελματικού αθλητισμού. Η στελέχωση, η δομή, η οργάνωση και η λειτουργία αλλάζουν τόσο πολύ που ο όρος «σύλλογος» δεν μπορεί να αποτυπώσει τη νέα θεσμοθετημένη κατάσταση, αντικαθίσταται από τον όρο «οργανισμός».

Τη θέση του παραδοσιακού διοικητικού παράγοντα παίρνει ο επενδυτής και οι παραδοσιακοί παράγοντες  κατά περίπτωση αποσύρονται μετατρέπονται σε επαγγελματικά στελέχη ή εθελοντές. Οι προπονητές χάνουν ένα μικρό ή μεγάλο μέρος της αυτονομίας τους γιατί η αγορά εργασίας ελέγχεται από τους personal  managers και συνακόλουθα αλλοιώνεται και ο ρόλος τους.

Την πιο συντριπτική μετάλλαξη όμως υπέστησαν αντικειμενικά και πέρα από τη θέληση τους οι ίδιοι οι αθλητές, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να μην παίζουν πλέον μόνο και κυρίως για την ευχαρίστηση τους και όλους τους άλλους πρωτογενείς λόγους, αλλά για την παραγωγή θεάματος το οποίο πωλείται ως εμπόρευμα και για το οποίο αμείβονται. Ο Καρλ  Μάρξ (4) διατυπώνει με σαφήνεια ότι στο πλαίσιο του εξορθολογισμού του βίου του «ο άνθρωπος απομακρύνεται από το περιορισμένο της ενστικτικής λειτουργίας του και εμφανίζεται μέσα στην ιστορία ως μια δρώσα μετασχηματιστική δύναμη. Δύναμη που μπορεί να αλλάζει συνεχώς τον εαυτό του και το περιβάλλον του.

Αυτή η αλλαγή επιδρά αλλοτριωτικά και μετατρέπει συγκαλυμμένα τον αθλητή από  υποκείμενο σε αντικείμενο, συντελώντας την πραγμοποίηση του υποκειμένου, του αθλητή.  Όπως «Η αλλοτρίωση της ανθρωπότητας έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο, που την φτάνει να βιώνει την ίδια της την καταστροφή σαν αισθητική απόλαυση» (3) , έτσι και την καταστροφική αλλοτρίωση του αθλητισμού τη βιώνουμε  σαν αισθητική απόλαυση.

Αυτός ο εμπορευματικός αλλοτριωμένος και αλλοτριωτικός αθλητισμός ως αναπόσπαστο κομμάτι της κίβδηλης μαζικής λαϊκής κουλτούρας που δεν την δημιούργησε ο λαός , αλλά το παγκόσμιο και οικονομικά κυρίαρχο, εκμεταλλευτικό εμποροβιομηχανικό κύκλωμα και η πολιτική τους εξουσία για το λαό, έχει εκτοπίσει κι εξουδετερώσει την αληθινή, αυθεντική λαϊκή αθλητική κουλτούρα, η οποία όμως θα συνεχίσει να υπάρχει σαν μία φλόγα ελπίδας όσο στους κόλπους του εργατικού λαϊκού κινήματος θα υπάρχουν κοινωνικές αθλητικές δυνάμεις που θα αντιστέκονται και όσο οι παθογένειες της διαφθοράς, της βίας, του ντόπινγκ  και του τζόγου θα  κάνουν πιο αποκρουστική την πραγματικότητα.

  1. Sport, culture et repression” Ginette Berthaud, Jean-Marie Brohm, Francois Gantheret, Pierre Laguillaumie , 1972, Libraire Francois Maspero, ελληνική μετάφραση «Αθλητισμός κουλτούρα & καταπίεση» εκδόσειες ΟΥΤΟΠΙΑ 1982, μετάφραση Γιόλα Γεωργαντζή,  βλ. σελ. 7
  2. Homo Lundens” Joahn Huizinga 1938, Ελληνική μετάφραση «ο άνθρωπος & το παιγνίδι» Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα 1989
  3. Καρλ Μαρξ Γερμανός φιλόσοφος θεμελιωτής του επιστημονικού διαλεκτικού υλισμού
  4. Βάλτερ Μπένγαμιν Γερμανός φιλόσοφος, συγγραφέας του 20ου αιώνα

Πάτρα 22 Γενάρη 2001

Τάκης Πετρόπουλος

________________________________________________________________________________________________

Αδημοσίευτο

[modula id=”786″]