Αθλητισμός

Αθλητισμός : Μύθοι και Πραγματικότητες

Οι ολυμπιακοί αγώνες της Αθήνας μαζί με άλλα, περισσότερο αρνητικά απ’ ότι θετικά, ανέδειξαν με δραματικό τρόπο και το ντόπινγκ σαν ένα μείζον πρόβλημα του παγκόσμιου αθλητισμού. Η ραγδαία εξάπλωση του ντόπινγκ οφείλεται στην αυξανόμενη εμπορευματοποίηση του αθλητισμού και στην ευθεία σύνδεση του με τεράστια πλέον οικονομικά και άλλα συμφέροντα.

Το ντόπινγκ, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές διαστρεβλώσεις του σύγχρονου παγκόσμιου αθλητισμού και μάλιστα όχι πρωτογενής. Είναι  βέβαια αναμφισβήτητα η πλέον ακραία κι επικίνδυνη διαστρέβλωση  από βιοηθική άποψη, αφού έτσι κι αλλιώς, έχει πάρει διαστάσεις μάστιγας, όπως τα ναρκωτικά για την ευρύτερη  κοινωνία, αλλά και γιατί βρισκόμαστε προ των πυλών του γενετικού ντόπινγκ, των μεταλλαγμένων δηλ. αθλητών. Επιπλέον το ντόπινγκ είναι η πιο αναγνωρίσιμη και δίκαια η πιο ενοχοποιημένη διαστρέβλωση του αθλητισμού, γιατί ακριβώς προκαλεί σοβαρές βλάβες στην υγεία, που όλο και πιο συχνά τελευταία οδηγούν στο θάνατο.

Στην πραγματικότητα όμως, πέρα από το ντόπινγκ, η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού προκαλεί ένα πολύπλοκο  σύμπλεγμα αλληλεξαρτώμενων διαστρεβλώσεων, μερικές από τις οποίες, ίσως έχουν ακόμη μεγαλύτερη κοινωνική ιδεολογική και πολιτική σημασία απ’ ότι το ντόπινγκ.

Για να γίνει κατανοητή η μεγάλη εκτροπή του σύγχρονου αθλητισμού, πρέπει να κατανοήσουμε πρώτα ότι ο αθλητισμός δεν ήταν πάντα όπως είναι σήμερα, γι αυτό θα κάνω μία πολύ συνοπτική επισκόπηση της εξέλιξης του από την εμφάνιση του στις αρχαίες κοινωνίες μέχρι το σύγχρονο κόσμο.

Ο αθλητισμός, όπως άλλωστε και κάθε άλλο κοινωνικό φαινόμενο ή κοινωνικό εποικοδόμημα, ποτέ δεν είχε αυτόνομη και ανεξάρτητη υπόσταση μέσα σε αυτήν. Έχει βέβαια, όπως ο πολιτισμός, οι τέχνες, η θρησκεία, η παιδεία τη δική του εσωτερική λογική και δυναμική, τη δική του εγγενή εξέλιξη, αλλά τελικά δεν μπορεί να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από τη συνολική κοινωνία και κάθε φορά αποτυπώνει τις δομές, τη λειτουργία της και τα βασικά χαρακτηριστικά της.

Ο αθλητισμός εκφράζει το ένστικτο του ανθρώπου για παιγνίδι, την ανάγκη του να νοιώσει χαρά μέσα από τη δημιουργική σωματική του δραστηριότητα, εκφράζει επιπλέον  την ανάγκη και την αγωνία των ανθρώπων για πρόοδο, που επιτυγχάνεται μέσα από την άμιλλα και το φιλικό, αλληλέγγυο συναγωνισμό.

Με την ανάπτυξη των εργαλείων, των παραγωγικών μέσων δηλ., σε μια ορισμένη φάση της αρχαίας εποχής, που απελευθερώθηκε κοινωνικός χρόνος, το ενστικτώδες παιγνίδι άρχισε να παίρνει στις αρχαίες ανατολικές κοινωνίες (Κίνα, Μεσοποταμία, Αίγυπτος κ.ο.κ.)  μια πιο συστηματική μορφή και να οργανώνεται τελετουργικά. Αργότερα στην Αρχαία Ελλάδα το παιγνίδι πήρε για πρώτη φορά μορφή αθλητισμού, που μοιάζει δηλ. περισσότερο με αυτό που και σήμερα ονομάζουμε αθλητισμό, είχε   εθιμικούς κανόνες, νικητή που βραβευόταν, μεγαλοπρεπείς αγώνες.

Αν απομυθοποιήσουμε τον αρχαίο ελληνικό αθλητισμό και του ρίξουμε μία ψύχραιμη ιστορική ματιά θα διαπιστώσουμε εύκολα τις αντιστοιχήσεις του με τη συνολική κοινωνία. Ο υψηλότατος βαθμός βίας στους αγώνες, ασύγκριτα υψηλότερος από κάθε άλλη εποχή, μηδέ εξαιρουμένου και του μεσαίωνα, αποτυπώνει το ενδεικτικό οργανωτικό χαρακτηριστικό της πόλης-κράτους στην οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται σε εμβρυακή μορφή η θεσμική μονοπώληση της βίας από το κράτος και ταυτόχρονα ο έλεγχος της φυσικής βίας των πολιτών του.

Το μεγάλο κύρος των νικητών των αγώνων, η ηρωοποίηση και σε αρκετές περιπτώσεις θεοποίηση τους, οι μεγάλες τιμές που απολάμβαναν και οι υψηλές κρατικές θέσεις που καταλάμβαναν καθώς και η σύνδεση της αθλητικής ικανότητας με τη στρατιωτική ικανότητα εκφράζουν το γεγονός ότι η σωματική δύναμη, ομορφιά κι επιβλητικότητα και γενικά οι φυσικές ικανότητες αποτελούσαν καθοριστικό κριτήριο της κοινωνικής και πολιτικής θέσης ενός άνδρα, για τον προφανή λόγο ότι  μέσα σε ένα περιβάλλον αστάθειας των διακρατικών σχέσεων και ανασφάλειας η πόλη-κράτος είχε ανάγκη από ικανούς πολεμιστές για να αμύνεται και να επιτίθεται αποτελεσματικά.

Είναι εμφανείς εδώ οι στρατιωτικές καταβολές του αρχαιοελληνικού αθλητισμού. Το γεγονός ότι στους αγώνες  δεν συμμετείχαν οι δούλοι και οι γυναίκες, εκφράζει την κοινωνική διάκριση κατά των δούλων και τον αποκλεισμό της γυναίκας από το δημόσιο βίο.           Επί πλέον οι αθλητές που συμμετείχαν στους μεγάλους αγώνες προέρχονταν στην πλειοψηφία τους από τα ευπορότερα ιθύνοντα  κοινωνικά στρώματα της πόλης, τους δουλοκτήτες γαιοκτήμονες και τις πλουσιότερες αγροτικές οικογένειες, γιατί η προετοιμασία ήταν μακροχρόνια και είχε μεγάλο οικονομικό κόστος, γεγονός που εκφράζει την κοινωνική διαστρωμάτωση των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών.

Το γεγονός ότι ο υψηλός βαθμός βίας των αθλητικών αγώνων της Αρχαίας Ελλάδας φαίνεται να μην είναι συμβατός με την τεράστια ανάπτυξη του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού η τις ευαισθησίες που αναδεικνύονται μέσα από την τέχνη, όπως για παράδειγμα στο αρχαίο κλασσικό θέατρο, μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από το γεγονός ότι ο βαθμός ασφάλειας στο εσωτερικό της πόλης-κράτος είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι σε διακρατικό επίπεδο.

 

Το αρχαιοελληνικό ιδεολογικό πλαίσιο που ορίζεται συνοπτικά με το «ευ αγωνίζεσθαι» είναι απόλυτα συμβατό ακόμη και με τη βία των αθλητικών αγώνων, αρκεί η βίαιη συμπεριφορά κατά του αντιπάλου να στηρίζεται στις ίδιες φυσικές δυνάμεις του αθλητή και να μην υπερβαίνουν το πλαίσιο των εθιμικών κανόνων του αγωνίσματος, οι οποίοι σε ένα βάθος χιλίων χρόνων περίπου αυτονόητα διαφοροποιούνταν.

 

Τέλος όσον αφορά στην κριτική αξιολόγηση του βαθμού πολιτισμού του Αρχαίου Ελληνικού αθλητισμού, αν αποφύγουμε το λάθος να την κάνουμε με βάση τα σημερινά πολιτισμικά δεδομένα των εθνών-κρατών και την κάνουμε όπως οφείλουμε με τα πολιτισμικά δεδομένα εκείνης της εποχής των πόλεων-κρατών, σε τίποτα δεν χάνει την αίγλη του και την πολιτιστική του αξία, απλά δεν είναι σωστό, είναι αντιεπιστημονικό να τον προβάλλουμε σαν εξιδανικευμένο μοντέλο για την τόσο διαφορετική εποχή μας.

 

Η ανάλυση βέβαια του Αρχαίου Ελληνικού αθλητισμού δεν μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο μιας ομιλίας και πολύ περισσότερο όπως είναι κατανοητό, από άποψη χρόνου, είναι αδύνατη η τεκμηρίωση της παραπάνω κοινωνιολογικής άποψης, που είμαι βέβαιος ότι θα ξένισε αρκετούς.

 

Ανάλογες αντιστοιχήσεις αθλητισμού-κοινωνίας αναδεικνύονται ιστορικά και στις μεταγενέστερες εποχές, τη ρωμαϊκή που χαρακτηριστικό της ήταν ο τονισμός του θεάματος και η αύξηση της βίας προς τέρψη των θεατών και τη μεσαιωνική εποχή που κυριαρχούν επίσης βίαιες προσωπικές σωματικές αναμετρήσεις, μονομαχίες και βίαιοι αθλητικοί αγώνες και κυρίως λαϊκά παιγνίδια σε ένα εξωθεσμικό πλαίσιο λειτουργίας, στο οποίο πολλές φορές αναγκάζεται το κράτος να παρεμβαίνει με απαγορεύσεις & περιορισμούς.

Η σύγκριση του επιπέδου βίας στους αθλητικούς αγώνες της κλασσικής Ελλάδας ή του μεσαίωνα με το αντίστοιχο επίπεδο βίας στο σύγχρονο αθλητισμό, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν συσχετιστεί με τις αντίστοιχες συνολικές κοινωνίες και το μεταλλασσόμενο επίπεδο πολιτισμού των αθλητικών αγώνων παραμένει ακατανόητο αν δεν το συσχετίσουμε με την κοινωνικά επιτρεπόμενη βία, το βαθμό ελέγχου της και την επίδραση της στη διαμόρφωση των συνειδήσεων.

Η αξία αυτής της  επισήμανσης φαίνεται αν αναλογιστούμε ότι η ιμπεριαλιστική βία και  βαρβαρότητα των Η.Π.Α. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βιώνουμε σήμερα με τους πολέμους, τα μέσα καταστολής των λαϊκών κινημάτων κ.ο.κ., είναι σε μία απόλυτη αναντιστοιχία, με το επίπεδο στο οποίο ανύψωσε τον πολιτισμό ο ίδιος ο καπιταλισμός. Αυτή η ιμπεριαλιστική θηριωδία, όπως και παλιότερα η ναζιστική θηριωδία, είναι μία υπόμνηση στους λαούς, ότι το πολιτισμικό επίπεδο δεν είναι μία σταθερά της ανθρωπότητας και ότι οι λαοί πρέπει να επαγρυπνούν.

Στο λυκόφως του μεσαίωνα, κάτω από την τεράστια επίδραση των πνευματικών ανθρωπιστικών κινημάτων της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, παρά το γεγονός ότι τα κινήματα αυτά, εκφράστηκαν άμεσα στις τέχνες, τις επιστήμες και την πολιτική, δεν άφησαν ανεπηρέαστο τον αθλητισμό κυρίως μέσα από τη  στροφή της ευρωπαϊκής σκέψης στην κλασσική αρχαιότητα και τη διαμόρφωση μιας νέας Ευρωπαϊκής συνείδησης.

Δεν είναι βέβαια τυχαίο το γεγονός ότι η χώρα στην οποία πρωτο-εκφράστηκε ο Διαφωτισμός, η αναπτυγμένη Βικτωριανή Αγγλία,  γίνεται λίκνο του σύγχρονου αθλητισμού όπου διαμορφώνεται και το νέο ιδεολογικό του πλαίσιο, το  γνωστό fair play, ενώ πολύ γρήγορα ο αθλητισμός μεταλαμπαδεύεται στις πιο αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Ελβετία και Πορτογαλία αλλά και στις Η.Π.Α. που αρχίζει να προβάλλει σαν μία νέα οικονομική δύναμη, αναπτύσσοντας τον δικό της πολιτισμό.

Είναι σαφές ότι όσο το σύγχρονο αθλητικό κίνημα που ξεκινάει από τη Βικτωριανή  Αγγλία κι εξαπλώνεται στην υπόλοιπη αναπτυγμένη Ευρώπη και τις Η.Π.Α., εμπνέεται από την κλασσική ελληνική αρχαιότητα, αποτυπώνοντας στο πεδίο του αθλητισμού τα πνευματικά κινήματα της εποχής, την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό, άλλο τόσο εκφράζει μια νέα αθλητική πραγματικότητα πολύ διαφορετική από αυτή της κλασσικής αρχαιότητας, γιατί είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες μιας πολύ διαφοροποιημένης κοινωνίας από αυτές  της αρχαίας Ελλάδας.

Τα επόμενα 200 περίπου χρόνια μέχρι σήμερα, ακολούθησε η εκβιομηχάνιση που ολοκληρώθηκε με τη βιομηχανική επανάσταση, μία μετασχηματιστική διαδικασία της οικονομίας, που καθόρισε κάθε αλλαγή στην κοινωνία και φυσικά στον αθλητισμό σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι των δραστηριοτήτων και του πολιτισμού του ελεύθερου χρόνου του ανθρώπου.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία και μαζί με όλες τις άλλες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, επεκτείνεται η κυρίαρχη στον καπιταλιστικό κόσμο κεφαλαιακή σχέση και στον αθλητισμό, η οποία εντείνεται, εδραιώνεται και ολοκληρώνεται τα τελευταία 30 χρόνια, στο πλαίσιο της στρατηγικής του μεγάλου κεφαλαίου για τη δημιουργία ενός νέου ευρύτατου πεδίου κερδοφορίας, που είναι ο πολιτισμός του ελεύθερου χρόνου.

Στην Ελλάδα εξακολουθούν να γίνονται όλα με μεγάλη χρονική καθυστέρηση. Δύο παράγοντες έπαιξαν ρόλο στην ένταση και ολοκλήρωση της επέκτασης της κεφαλαιακής σχέσης στον αθλητισμό και τον πολιτισμό της σχόλης γενικότερα, αυτά τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Ο πρώτος είναι από τη μια η δυνατότητα απελευθέρωσης χρόνου της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων και από την άλλη η επιτακτική ανάγκη οργάνωσης συστηματικής σωματικής δραστηριότητας, σαν αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικότητας και της δραστικής μείωσης της κινητικότητας που προκάλεσε η βιομηχανική εκμηχάνιση, με την αυτοματοποίηση και τον κατακερματισμό της εργασίας.

Ο δεύτερος λόγος που έχει αλληλεξάρτηση με τον πρώτο είναι η στροφή του ενδιαφέροντος των ανθρωπιστικών επιστημών και κύρια της κοινωνιολογίας, σε κοινωνικά φαινόμενα που μέχρι πριν 30 χρόνια εθεωρούντο υποδεέστερα, κάτω από την επιρροή της  επικρατούσας δυϊστικής φιλοσοφικής αντίληψης που διαχωρίζει το πνεύμα από την ύλη και δεν εκλάμβανε σαν περιθωριακά, μη σοβαρά θέματα αυτά που αφορούσαν στην ύλη, όπως οι σωματικές δραστηριότητες του ανθρώπου, η γυναίκα σαν διαφορετικό  φύλλο, το φυλετικό σαν διαφορετικό χρώμα του δέρματος και διαφοροποιημένη  εξωτερική εμφάνιση.

Η κοινωνιολογική ανάλυση του αθλητισμού αποκάλυψε τη μεγάλη κοινωνική και ιδεολογικοπολιτική σημασία του σαν κοινωνικό φαινόμενο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την κοινωνική δυναμική των αθλητικών σωματείων, τα οποία αποδείχτηκαν, με την αρχική τους  μορφή σαν μουσικοπνευματικές και αθλητικές λέσχες στις αρχές του 20ου αιώνα, σε μία από τις κυριότερες μορφές κοινωνικότητας των διαμορφούμενων νέων αστικών κοινωνιών.

Έχει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον δε για τον Παμμικρασιατικό και για τα μέλη του να υπογραμμίσω στο σημείο αυτό, ότι οι αθλητικοί σύλλογοι της Μικράς Ασίας, που διαδραμάτιζαν σοβαρό ρόλο στη διάδοση της Ελληνικής παιδείας στα Ελληνικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,  όπως Πανιώνιος, Απόλλων κ.ά. στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταλαμπάδευσαν στην Ελλάδα με το προσφυγικό κύμα αυτή τη μορφή της αστικής κοινωνικότητας, δημιουργώντας αθλητικούς συλλόγους όπως οι τοπικές ομάδες  Άρης, Ολυμπιακός, Θύελλα, ΑΕΚ και Αετός Ρίου.

Η εμπορική εκμετάλλευση του αθλητισμού υλοποιείται με έναν πρωτογενή κι  ένα δευτερογενή τρόπο.

Πρωτογενώς πραγματοποιείται με την επαγγελματικοποίηση και  την ιδιωτικοποίηση του αθλητισμού που διασφαλίζει και οργανώνει την πώληση του αθλητικού θεάματος, της αθλητικής εκπαίδευσης και της αθλητικής αναψυχής και με τη μονοπωλιακή διακίνηση και εμπορία των αθλητικών ειδών ένδυσης, των εργογενών βοηθημάτων (διατροφικά – ντόπινγκ), του υλικοτεχνικού και τεχνολογικού εξοπλισμού, των αθλητικών υλικοτεχνικών υποδομών (κατασκευές), που γίνεται μέσα από ένα κολοσσιαίο εμποροβιομηχανικό και κατασκευαστικό κύκλωμα, το οποίο πλασάρει με τη διαφήμιση επιτυχία, life style και μόδα και διαπλέκεται με τις κυβερνήσεις τη ΔΟΕ και τους αθλητικούς οργανισμούς.

Δευτερογενώς η εμπορική εκμετάλλευση του αθλητισμού πραγματοποιείται με τη διαφήμιση – προώθηση εξωαθλητικών προϊόντων, αλλά και την καταχρηστική μονοπωλιακή αποκλειστική διάθεση τους σε μεγάλες διοργανώσεις.

Το σκέπαστρο Καλατράβα, ο ανηλεής διαφημιστικός ανταγωνισμός των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών αθλητικών ειδών, η τεράστια διαφήμιση εξωαθλητικών προϊόντων (καρναβαλοποίηση ολυμπιακής φλόγας), η αποκλειστική διάθεση προϊόντων στους αθλητικούς χώρους, η εμπορία ακόμη & της ίδιας της ολυμπιακής δάδας και η  υπόθεση Balco και του γνωστού αντιπροσώπου της στη χώρα μας, είναι χαρακτηριστικές ενδείξεις της καθολικής εμπορευματοποίησης των Ο.Α. της Αθήνας.

Η Επαγγελματικοποίηση του αθλητισμού, πέρασε από διάφορες φάσεις, την κρυφοεπαγγελματικοποίηση & την ημιεπαγγελματικοποίηση, που εξακολουθούν να υπάρχουν στον ελληνικό αθλητισμό σαν ερμαφρόδιτες καταστάσεις και που δεν αλλάζουν σε τίποτα την ουσία του επαγγελματισμού.

Με την επαγγελματικοποίηση ο αθλητής αντικειμενοποιεί, πραγμοποιεί, κάνει δηλ. αντικείμενο, πράγμα το αθλητικό έργο που παράγει, την αθλητική του απόδοση-επίδοση, το οποίο παραγόμενο έργο το μισθώνει στο αθλητικό σωματείο η σε οποιονδήποτε άλλο οργανισμό, με αποτέλεσμα το παραγόμενο αθλητικό έργο, να μετατρέπεται σε εμπορεύσιμο προϊόν, που ο διαμεσολαβητής το μεταπωλεί στους φιλάθλους είτε άμεσα μέσα στους αθλητικούς χώρους είτε έμμεσα με τη διαμεσολάβηση των Μ.Μ.Ε. του διαδικτύου  κ.ο.κ.

Για το συντονισμό και τη συστηματοποίηση αυτών των ανταλλαγών διαμεσολαβεί ο αθλητικός μάνατζερ.

Η διαδικασία αυτή μετατρέπει το παραγόμενο αθλητικό έργο σε εργασία, την αθλητική απόδοση σε προϊόν, την αθλητική επίδοση σε ανταλλακτική αξία, το αθλητικό σωματείο σε εμπορική επιχείρηση και τους φιλάθλους σε αγοραστικό κοινό.

Διαπιστώνουμε δηλ. ότι πραγματοποιείται μία εντυπωσιακή, εκτεταμένη, καθολική διαστρέβλωση, η οποία σαν ντόμινο προκαλεί και άλλες που θα προσπαθήσω να εκθέσω παρακάτω.

Ο αθλητής δεν παίζει μόνο για τον εαυτό του, δεν αθλείται κυρίως για τη δική του ευχαρίστηση, αλλά κυρίως για να εξασφαλίζει την πώληση, σε όσο το δυνατόν καλλίτερη τιμή μάλιστα, του προϊόντος που παράγει, της αθλητικής του απόδοσης-επίδοσης.

Όλα αυτά αντανακλούν στον αθλητισμό τις βασικές δομές της οικονομίας της αγοράς, της καπιταλιστικής οικονομίας και δεν γίνεται παρά να λειτουργούν με τους νόμους της και να συνεχίζουν το γαϊτανάκι των διαστρεβλώσεων του αθλητισμού.

Είναι ενδιαφέρον να γυρίσουμε μερικές δεκαετίες πίσω για να δούμε πως πραγματοποιήθηκε εντάθηκε και ολοκληρώθηκε η εμπορευματοποίηση του σύγχρονου αθλητισμού.

Στην πραγματικότητα λοιπόν μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο μαζί με άλλες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις επεκτάθηκε και στον αθλητισμό, η κυρίαρχη στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία κεφαλαιακή σχέση, η οποία εντείνοντας τον ανταγωνισμό, τον μετέτρεψε από φιλικό, αθλητικό ανταγωνισμό, από συναγωνισμό, από άμιλλα, σε εμπορευματικό ανταγωνισμό.

Αυτή η μετατροπή που αρχικά ήταν ήπια, γιατί η επέκταση της κεφαλαιακής σχέσης ήταν ανοργάνωτη και ανάλογη της μέτριας καπιταλιστικής ανάπτυξης, είναι και η πρωταρχική λειτουργική  διαστρέβλωση του αθλητισμού.

Όπου υπάρχουν όμως οικονομικά συμφέροντα, ξεφυτρώνουν και ιδεολογικοπολιτικά συμφέροντα, από την ανάγκη να τα στηρίξουν, να τα επεκτείνουν και να τα εδραιώσουν.

Πάτρα 2008

Τάκης Πετρόπουλος

___________________________________________________________

Ομιλία  στην  εκδήλωση «ΤΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ» του Παμμικρασιατικού συλλόγου Πάτρας

[modula id=”736″]