Τα φτωχά παιδία δεν παίζει!
Η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού πραγματώνεται στη βάση της τεράστιας επιρροής που ασκεί στις μάζες. Ο αθλητής με τη σωματική του απόδοση παράγει το αθλητικό δρώμενο. Ο πρωτογενής σκοπός του είναι προσωπικός. Το κάνει αυτό για να ευχαριστηθεί, να ψυχαγωγηθεί ο ίδιος, να νοιώσει ευεξία, χαρά της δημιουργίας, ηθική ικανοποίηση, ευτυχία, να προάγει την υγεία του κ.ο.κ.
Παράλληλα όμως όσο υψηλότερη είναι η σωματική απόδοση του αθλητή, τόσο περισσότερο αισθητικά ελκυστικό είναι το αθλητικό δρώμενο (θέαμα) και τόσο πιο έντονα και περισσότερα είναι τα συναισθήματα που προκαλεί. Γι’ αυτό και ο αθλητισμός από κοινωνιολογική άποψη αποτελεί κοινωνικό αγαθό, το οποίο θα πρέπει να απολαμβάνουν όλοι στη διττή του μορφή (σωματική δραστηριότητα – δρώμενο) και κυρίως τα παιδιά, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη.
Όταν η σωματική απόδοση του αθλητή, ενσωματώνεται, ως αξία, στο παραγόμενο αθλητικό δρώμενο, τότε αυτό αποκτά ανταλλακτική αξία και από κοινωνικό αγαθό μετατρέπεται σε αντικείμενο για πώληση δηλ. σε εμπόρευμα. Η διαδικασία αυτή είναι ακριβώς η ίδια που μετατρέπει σε εμπόρευμα κάθε υλικό αγαθό, όταν σε αυτό ενσωματωθεί η εργατική δύναμη που χρειάστηκε για να παραχθεί. Αυτή η διαδικασία συνεπάγεται και την απώλεια της μοναδικής σημασίας του κάθε κοινωνικού ή υλικού αγαθού (αποσημασιοποίηση-αποϊδεολογικοποίηση-αντικειμενοποίηση-ομογενοποίηση).
Σήμερα τα πάντα είναι εμπορεύματα, ακόμη και τα ζωτικά όργανα του ανθρώπου, με αποτέλεσμα ένα αθλητικό δρώμενο ή ένα ανθρώπινο νεφρό να πωλούνται όπως μία πίτσα!
Στην Ελλάδα η διαδικασία εμπορευματοποίησης του αθλητισμού ξεκίνησε καθυστερημένα, στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 και οδήγησε στην επαγγελματικοποίηση. Σήμερα έχει προσλάβει καθολική μορφή αν και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του αφήνει σημαντικές εκκρεμότητες που απαιτούν ρύθμιση (εργασιακές σχέσεις, ασφαλιστικό, ιδιωτικές σχολές αθλημάτων κ.ά.).
Εδώ και δύο δεκαετίες περίπου μία άτυπη αλλά βασική μορφή εμπορευματοποίησης του αθλητισμού είναι αυτή της παροχής αθλητικής εκπαίδευσης των παιδιών (εκμάθηση αθλημάτων), που παραδοσιακά παρείχε δωρεάν το αθλητικό σωματείο, επιτελώντας έναν σπουδαίο κοινωνικό ρόλο.
Μέσα σε ένα τέτοιο επιχειρηματικό περιβάλλον, με το κράτος να περιστέλλει δραστικά την κρατική επιδότηση του ερασιτεχνικού αθλητισμού, η δημιουργία ακαδημιών (σχολείων) εκμάθησης αθλημάτων με δίδακτρα, είναι μονόδρομος για το αθλητικό σωματείο.
Τα χειρότερα βέβαια δεν έχουν έλθει ακόμη. Το αθλητικό σωματείο όντας κοινωνική συλλογικότητα με διαμορφωμένη κουλτούρα, αντιστέκεται, είναι αλήθεια, στη χυδαία και ακραία εμπορευματοποίηση της αθλητικής εκπαίδευσης διατηρώντας τα δίδακτρα σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.
Παράλληλα όμως το αθλητικό σωματείο όλο και περισσότερο υποχρεώνεται να ρίχνει την ποιότητα της εκπαίδευσης γιά να ανταπεξέλθει οικονομικά (υποβάθμιση υλικοτεχνικών υποδομών, οργάνωσης, στελέχωσης, λειτουργίας κ.ο.κ.), ανοίγοντας έτσι ο δρόμος είτε στη μετατροπή ορισμένων αθλητικών σωματείων σε επιχειρήσεις είτε σε ιδιώτες που ιδρύουν ανεξέλεγκτα αθλητικά σχολεία-επιχειρήσεις με στόχο το κέρδος.
Η μεγάλη ανεργία και το ανασφαλές εργασιακό καθεστώς των προπονητών από τη μια μεριά και από την άλλη τόσο η αδυναμία του αναχρονιστικού σχολικού αθλητισμού, να διαδραματίσει ρόλο όσο και η ανεπάρκεια και η έλλειψη ελκυστικότητας και αξιοπιστίας των μαζικών προγραμμάτων της Γ.Γ.Α. που υλοποιούνται μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης, ενισχύουν τη δυσμενή προοπτική εντατικοποίησης της εμπορευματοποίσησης της αθλητικής εκπαίδευσης με μεταλλάξεις αθλητικών σωματείων σε επιχειρήσεις ή δημιουργία αμιγών επιχειρήσεων.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες και με τη γενικότερη οικονομική κρίση και αν ακόμη είναι λίγο υπερβολικό να πούμε σήμερα ότι «ΤΑ φτωχά ΠΑΙΔΙΑ δεν ΠΑΙΖΕΙ», οσονούπω θα το πούμε και στ’ αλήθεια.
Πάτρα 23 Γενάρη 2009
Τάκης Πετρόπουλος
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Πάτρας «Σημερινή» στη στήλη «Επιστήλιο»
[modula id=”776″]
